Φύση και εξοχικά σπίτια στην Ελλάδα PDF Εκτύπωση E-mail
Προβληματισμοί - Κοινωνία
Πέμπτη, 23 Απρίλιος 2009 18:08

Το βασικό επιχείρημα κρατών, επιχειρήσεων και ιδιωτών για την αργή εξάπλωση φιλικών προς το περιβάλλον τεχνολογιών και προϊόντων είναι –ή τουλάχιστον ήταν μέχρι πρότινος- ότι αυτά κοστίζουν πολύ περισσότερο συγκρινόμενα με τα καθιερωμένα συμβατικά. Και αν η επίσημη πολιτική έχει αρχίσει να στρέφεται, έστω και πολύ δειλά, σε πιο φιλικές προς το περιβάλλον επενδύσεις, ο μέσος Έλληνας καταναλωτής δεν φαίνεται ιδιαίτερα διατεθειμένος να «επενδύσει» κάτι από το εισόδημά του στο περιβάλλον. Ο καθένας από μας, δηλαδή, που συντηρεί ένα νοικοκυριό, χτίζει κάποιο σπίτι, καταναλώνει κτλ. -, υπολογίζοντας τα έσοδα και τις δαπάνες του, δεν αποφασίζει εύκολα να ξοδέψει κάτι παραπάνω χάριν της προστασίας του περιβάλλοντος, πολύ δε περισσότερο σε περίοδο οικονομικής κρίσης και ανασφάλειας. Το βασικό επιχείρημα είναι συνήθως ότι οι μισθοί είναι χαμηλοί και «δεν βγαίνουμε». 

 

 

Υπάρχουν ωστόσο σοβαρές ενδείξεις που μπορούν να θέσουν υπό αμφισβήτηση  τον ισχυρισμό ότι πολλοί από εμάς ως άτομα και οικογένειες απλά δεν έχουμε έστω και λίγα χρήματα να ξοδέψουμε για την προστασία του περιβάλλοντος. Μια χαρακτηριστική ένδειξη είναι τα πολλά νεόδμητα εξοχικά σπίτια -  όνειρα και σύμβολα της μεταπολεμικής ελληνικής οικογένειας – που έχουν κατακλύσει τα τελευταία χρόνια ακόμη περισσότερο την Ελλάδα, από την Θράκη μέχρι και την Νότια Πελοπόννησο κι από το Ιόνιο ως το Ανατολικό Αιγαίο, προσβάλλοντας συχνά (και) αισθητικά το τοπίο. Ο τρόπος δε που χτίζουμε πολλά από αυτά, αλλά και ο τρόπος ζωής μας μέσα σε αυτά, παραπέμπει σε όντα που μάλλον είναι… από κάποιον άλλον πλανήτη, στον οποίο μάλιστα δεν υπάρχει και ενημέρωση για τα προβλήματα της Γης.

 

Βλέπουμε λοιπόν τα εξοχικά σπίτια να είναι συχνά μεγάλες μεζονέτες πολλών τετραγωνικών με μια μεγάλη πλακόστρωτη έκταση – για την κατασκευή της οποίας διαθέτουμε βεβαίως αρκετά χρήματα - ή (και) γκαζόν γύρω – γύρω, για να μην σκονίζεται το σαλόνι και να μην έχουμε λάσπες. Για  να ποτίσουμε δε το γκαζόν και να πλύνουμε το πλακόστρωτο σπαταλάμε το καλοκαίρι ένα σωρό νερό, το οποίο προέρχεται ενίοτε από παράνομες γεωτρήσεις, οι οποίες επίσης κοστίζουν. Και επειδή ένα τέτοιο σπίτι είναι πειρασμός για επίδοξους διαρρήκτες, χτίζουμε για προστασία μια τσιμεντένια μάντρα, που συνήθως μας κοστίζει μερικές χιλιάδες ευρώ. Σε κάποιες περιπτώσεις βλέπουμε σε αγροτικές περιοχές να γίνονται πανάκριβες μαρμάρινες επενδύσεις στους τοίχους – που μεταξύ άλλων μπορούν να ελεγχθούν και για την αισθητική τους -, να υπάρχουν κλειστές πισίνες στα βουνά ή ανοιχτές στα νησιά (1). Πολλές κατασκευές απλά… βροντοφωνάζουν τη διάθεση των ιδιοκτητών για επίδειξη.

 

Τους χώρους στα εξοχικά μας τους θέλουμε όλο και πιο μεγάλους – πώς να βολευτούμε αλλιώς; - και μεταφέρουμε σε αυτά, δηλαδή στη φύση, κι όλη τη μικροαστική ή μεσοαστική μας νοοτροπία, που ταυτίζει τη σκόνη, το χώμα ή τα ξερά φύλλα με τη βρομιά και θεωρεί την έλλογη κατανάλωση μιζέρια. Είναι λοιπόν πολύ… βρόμικη η φύση, αφού μεταξύ άλλων είναι γεμάτη σκόνες, χώματα και ξερά πεσμένα φύλλα. Εμείς όμως θέλουμε να την απολαμβάνουμε, γι’ αυτό προσπαθούμε σε μια ακόμη περίπτωση να εφαρμόσουμε τη γνωστή ανθρώπινη τακτική: «και τούτο ποιείν κακείνο μη αφιέναι». Στο οικοπεδάκι μας παρεμβαίνουμε όσο γίνεται περισσότερο: τσιμεντώνουμε, πλακοστρώνουμε ή «καθαρίζουμε» τα… άτιμα τα σκίνα που έχουν υπερβολικά (sic) δυνατές ρίζες (2) , δηλαδή τα καταστρέφουμε με μπουλντόζες. Τη δε φύση την απολαμβάνουμε συνήθως είτε από μακριά, ως θέα, είτε αναπτύσσοντας κάποιες δραστηριότητες, όπως π.χ. πεζοπορία, κατά τις οποίες έχουμε πάλι μια λίγο – πολύ εξ αποστάσεως επαφή μαζί της: θαυμάζουμε και απολαμβάνουμε ό, τι απέμεινε χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση εξασκώντας το χόμπι μας.

 

Με αυτή τη λογική νομίζουμε πως ερχόμαστε κοντά στη φύση διατηρώντας, ει δυνατόν στο ακέραιο, τον αστικό τρόπο ζωής μας και μη παρεκκλίνοντας σχεδόν καθόλου απ’ όσα έκαστος κατά διάνοιαν έχει: ευκολία, βολή, επίδειξη, κατανάλωση, απομόνωση κ.ά.  Έτσι, χρησιμοποιούμε σε μεγάλες ποσότητες κατσαριδοκτόνα και ποντικοφάρμακα, γιατί οι κατσαρίδες είναι βρόμικες και σιχαμένες, όπως και τα ποντίκια. Οι δε γάτες που θα μείωναν τον πληθυσμό τους, είναι μπελάς: ζημιάρες, ζηλιάρες, γεμάτες τρίχες και –φευ!- επικίνδυνα μικρόβια. Σκοτώνουμε τα φίδια - που τρέφονται και με ποντίκια-, γιατί είναι ύπουλα, δηλητηριώδη και επικίνδυνα. Σπεύδουμε να «καθαρίσουμε» από κάθε τσιμεντένιο τοίχο του εξοχικού μας τους ιστούς της αράχνης, όπου θα πιάνονταν τα κουνούπια, γιατί είναι πολύ αντιαισθητικοί οι ιστοί και παραπέμπουν σε εγκαταλελειμμένους χώρους.

 

 

 

 Κι εμείς οι πεντακάθαροι, οι περιποιημένοι, οι αβλαβείς, οι αποστειρωμένοι, οι άδολοι, εμείς οι ακίνδυνοι, εμείς που έχουμε στόμα που στάζει μέλι, εμείς που δεν υφαίνουμε ιστούς για να παγιδεύουμε άλλα πλάσματα, εμείς με την εκλεπτυσμένη αισθητική, εμείς που σε τίποτα δεν μοιάζουμε με όσα φοβόμαστε και σιχαινόμαστε, θεωρούμε φυσικό να βιάζουμε, να καταπατούμε και να εκμεταλλευόμαστε, νομότυπα ή κραυγαλέα παράνομα, κάθε γωνιά, κάθε ακτή, κάθε λόφο της πατρίδας μας. Με το πρόσχημα ότι θέλουμε να αφήσουμε περιουσία στα παιδιά μας, να δημιουργήσουμε, να χαλαρώσουμε, να έχουμε κάπου να περάσουμε τις διακοπές μας, με τη δικαιολογία ότι και οι άλλοι έτσι κάνουν, στέλνουμε τις μπουλντόζες μας να ισοπεδώνουν απερίσκεπτα, με ασέβεια και θράσος, ό, τι έχει απομείνει ανέγγιχτο στη φύση, μέσα σε ένα βαθιά παρανοϊκό κυνήγι απολαύσεων και επίδειξης, αδιαφορώντας προκλητικά για το αν στερούμε πλήρως από άλλα πλάσματα το ζωτικό τους χώρο.  

 

Αντί να κάνουμε όμως όλα αυτά τα έξοδα και τις σπατάλες για ένα εξοχικό θα μπορούσαμε να επενδύσουμε σε τεχνολογίες και άλλα μέσα φιλικά προς το περιβάλλον. Το πρόβλημα δεν είναι τα λεφτά, αλλά οι προτεραιότητες. Και οι προτεραιότητές μας εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τη νοοτροπία μας. Ένα μικρό εξοχικό σπίτι, σωστά μελετημένο αρχιτεκτονικά, με έξυπνα διαρρυθμισμένους εσωτερικούς και εξωτερικούς χώρους, ένα σπίτι στο οποίο θα χρησιμοποιούνταν φυσικά μέσα δροσισμού, που δεν θα απαιτούσε μεγάλης κλίμακας παρεμβάσεις, ένα σπίτι απλό, καλαίσθητο και λειτουργικό, χωρίς πισίνες, τεράστιες μάντρες και πολλές πλακοστρώσεις, θα κόστιζε πολύ λιγότερο. Οι ιδιοκτήτες του θα μπορούσαν επομένως να αξιοποιήσουν τα διαθέσιμα χρήματα για κάδους κομποστοποίησης, φωτοβολταϊκά συστήματα παραγωγής ενέργειας, ακόμη και μικρούς βιολογικούς καθαρισμούς που θα παρήγαγαν νερό κατάλληλο για πότισμα και πλύσιμο αυλών κ.α. Μια οικογένεια που δεν θα ξόδευε τόσα πολλά χρήματα για εντομοκτόνα και … «μικροβιοκτόνα» απορρυπαντικά, θα είχε χρήματα για πιο φιλικά στο περιβάλλον καθαριστικά και βελτιωτικά εδάφους.  

 

 

Ένα πιο «οικολογικό» εξοχικό σπίτι θα ήταν ίσως κατασκευασμένο από ανθρώπους πιο απλούς, πιο ευαισθητοποιημένους και πιο συμφιλιωμένους με τον εαυτό τους - κατά συνέπεια και με το περιβάλλον τους. Αυτοί οι άνθρωποι δεν θα αισθάνονταν ίσως σαν ανάγκη να φαίνονται, αυτοί και το σπίτι τους, μονίμως «του κουτιού» και δεν θα ντρέπονταν για έναν ιστό αράχνης που είδε η γειτόνισσα στο ταβάνι τους. Αυτοί οι άνθρωποι θα είχαν ίσως απαλλαχθεί από διαφόρων ειδών μικροαστικές ιδεοληψίες και νοοτροπίες της μεταπολεμικής Ελλάδας, που βασανίζουν ακόμη πολλούς από εμάς και μας εμποδίζουν όχι απλά να επανεξετάσουμε τις προτεραιότητές μας, αλλά και να αναπνεύσουμε.  

 

 Ελένη Φράγκου 



(1) Προσωπικά θεωρώ τις πάμπολλες πισίνες που υπάρχουν σε ιδιωτικές βίλλες στην άνυδρη Μύκονο οικολογικό σκάνδαλο.

(2) Αυτές οι… «άτιμες οι ρίζες» προστατεύουν το έδαφος από διάβρωση και πλημμύρες και συγκρατούν το χώμα.