Εκπαιδευτική μεταρρύθμιση ή όραμα για την εκπαίδευση; PDF Εκτύπωση E-mail
Προβληματισμοί - Εκπαίδευση
Τρίτη, 19 Δεκέμβριος 2006 18:59
του Νεόφυτου Χαριλάου

Ημερομηνία καταχώρησης: 19.12.2006

Καθημερινά διαβάζουμε στις εφημερίδες άρθρα για την παιδεία και την εκπαίδευση και ακούμε και βλέπουμε στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση δηλώσεις και συζητήσεις για την αξία της παιδείας και πόσο πρέπει να επενδύσουμε σ' αυτήν. Ο λόγος περί της παιδείας δυστυχώς έχει περισσεύσει, γι' αυτό και η γνωστή λαϊκή παροιμία "όπου ακούς πολλά κεράσια κράτα και μικρό καλάθι" ταιριάζει στην περίπτωση. Με μια προσεκτική ματιά σε όλα αυτά που λέγονται, θα διαπιστώσει κανείς συνήθως ιδιοτέλεια, που δείχνει ότι ο ομιλών ή ο γράφων δεν ενδιαφέρεται ουσιαστικά για την αναβάθμιση της παιδείας ή την μεταρρύθμισή της, αλλά για την εξασφάλιση κάποιων κεκτημένων ή στην καλύτερη περίπτωση για την προσαρμογή του υπάρχοντος εκπαιδευτικού συστήματος σε κάποιες σύγχρονες δομές.

Σε περιόδους οικονομικής, κοινωνικής, πολιτικής, εκπαιδευτικής παρακμής μια κοινωνία έχει δύο βασικές επιλογές για την έξοδο από την κρίση: Να προχωρήσει σε μια ευρεία ρήξη με τις σαθρές και διεφθαρμένες υπάρχουσες δομές ή να περιοριστεί σε μικρές και καλά σχεδιασμένες αλλαγές, ώστε να εξασφαλίσει μια σταδιακή αλλά μακροπρόθεσμη μεταρρύθμιση. Το ποια επιλογή θα κριθεί αναγκαία εξαρτάται από το μέγεθος και το βάθος της παρακμής η οποία θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό και το εύρος και τo είδος των αντιστάσεων στις όποιες αλλαγές θα χρειαστεί να γίνουν. Είναι ακριβώς όπως και το άρρωστο σώμα, άλλοτε χρειάζεται άμεση εγχείρηση και άλλοτε ήπια θεραπεία. Ο ειδικός γιατρός θα πρέπει να κάνει τη σωστή διάγνωση και να καθορίσει τον ορθό τρόπο της επέμβασης.

Στη δικιά μας περίπτωση, την ελληνική, που χρόνια τώρα δεν έχει γίνει κάτι ουσιαστικό ή και αν έχει γίνει εκφυλίστηκε στην πορεία, τα προβλήματα που έχουν συσσωρευθεί είναι τόσο μεγάλα, που σιγά σιγά μάθαμε να ζούμε με αυτά ή ακόμη χειρότερα να τα θεωρούμε αναγκαίο μέρος της πραγματικότητάς μας. Κλασικό παράδειγμα είναι η παραπαιδεία, το φροντιστήριο, το οποίο σε πολλές περιπτώσεις έχει υποκαταστήσει το σχολείο, χωρίς κανένας να διαμαρτύρεται, τουναντίον θεωρείται αναγκαίο μέρος της εκπαίδευσης που οφείλουμε να δώσουμε στα παιδιά μας.

Το πρόβλημα της παιδείας και της εκπαίδευσης δεν είναι μόνο πολιτικό? είναι ατομικό και προσωπικό, συλλογικό και κοινωνικό και μάλλον χρειάζεται ψυχολόγους και κοινωνιολόγους για να το λύσουν, παρά πολιτικούς. Είναι ατομικό και κατ' επέκταση υπαρξιακό, γιατί πρέπει o καθένας να εξετάσει την θέση του και τον ρόλο του μέσα στην κοινωνία, δηλαδή να δει τι είναι αυτό που θέλει και επιδιώκει στη ζωή του, πώς φαντάζεται τον εαυτό του μέσα σ' αυτήν, εν ολίγοις ποιο είναι το όραμά του. Ο προσδιορισμός ενός ατομικού οράματος, δηλαδή η νοηματοδότηση της προσωπικής ζωής, παράλληλα πρέπει να συνοδεύεται και με τον καθορισμό ενός συλλογικού και κοινωνικού οράματος, το οποίο να περιλαμβάνει τους ειδικούς και ευρύτερους σκοπούς μιας κοινωνίας, που δεν θα είναι απλώς η συνισταμένη των ατομικών επιδιώξεων και βουλήσεων αλλά κάτι υψηλότερο που θα πρέπει να τίθεται ως σκοπός προς επίτευξη. Εάν το άτομο και η κοινωνία δεν έχουν προσδιορίσει τι είναι αυτό που θέλουν και επιδιώκουν μέσα στη ζωή, τότε είναι εξαιρετικά δύσκολο να συγκροτήσουν σχέδιο εκπαίδευσης που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες του ατόμου και της κοινωνίας.

'Ομως, για την ελληνική πραγματικότητα τα δεδομένα είναι ακόμη χειρότερα, διότι πέρα από την απουσία οράματος, ατομικού και συλλογικού, υπάρχει η στρεβλή χρησιμοθηρική αντίληψη για την εκπαίδευση, η οποία επιτρέπει σε επιμέρους ομάδες, καλά δικτυωμένες πολιτικά και κοινωνικά, να λυμαίνονται τον εκπαιδευτικό χώρο προς όφελός τους. Οι ομάδες αυτές προτιμούν την διαιώνιση ενός διεφθαρμένου εκπαιδευτικού συστήματος, γιατί ωφελούνται μέσα από αυτό, παρά την αλλαγή του και την εγκαθίδρυση ενός νέου πιο σύγχρονου και ανταποκρινόμενου στις ανάγκες της νέας κυρίως γενιάς. Είναι δύσκολο επί παραδείγματι για έναν καθηγητή που κερδίζει πολλά χρήματα από την παραπαιδεία να αγωνιστεί για την κατάργησή της.

Το πρόβλημα λοιπόν της εκπαίδευσης δεν είναι μόνο αν θα αλλάξουμε το σύστημα λειτουργίας της, αλλά αν θα πεισθούμε να αλλάξουμε τον τρόπο που σκεφτόμαστε και θεωρούμε τη ζωή, θέτοντας υπεράνω του προσωπικού μας μικροσυμφέροντος, το συλλογικό συμφέρον που στο τέλος-τέλος είναι μακροπρόθεσμα και ατομικό συμφέρον.

Και τι θα μπορούσε να γίνει λοιπόν για την αλλαγή της κατάστασης;

Νομίζω ότι θα ήταν άσκοπο να προτείνουμε συγκεκριμένα μέτρα για τις αλλαγές που πρέπει να γίνουν. 'Ολοι γνωρίζουν λίγο πολύ τα βασικά προβλήματα της εκπαίδευσης και σίγουρα υπάρχουν πολλά στα οποία όλοι συμφωνούν και από τα οποία θα μπορούσαν να ξεκινήσουν οι αλλαγές. Το πρόβλημα νομίζω δεν είναι τόσο στο να συμφωνήσουμε ποιες θα είναι οι αλλαγές, αλλά στο να δεχθούμε και να εφαρμόσουμε τις όποιες αλλαγές. Η παρελθούσα εμπειρία προηγούμενων μεταρρυθμίσεων των τελευταίων τριάντα χρόνων αυτό μας έχει διδάξει.

Το ζητούμενο λοιπόν δεν βρίσκεται μόνο στην επιλογή των αναγκαίων μέτρων που αφορούν την λειτουργία του εκπαιδευτικού συστήματος και τα οποία ασφαλώς θα πρέπει να προκύψουν μέσα από έναν εκτενή διάλογο με την κοινωνία. Εκείνο που έχει την πρώτιστη σημασία είναι ο τρόπος εφαρμογής και διαχείρισης μιας εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, που σημαίνει πρακτικά πόσο αυτός που νομοθετεί έχει λάβει υπόψη του όλες τις παραμέτρους και έχει πείσει και εμπνεύσει τους αποδέκτες των προτεινόμενων αλλαγών, δηλαδή την κοινωνία, για την αναγκαιότητα των αλλαγών αυτών. Είναι δε γνωστό, ότι αυτό που διασφαλίζει το μισό της επιτυχίας ενός σκοπού είναι η πίστη σ’ αυτόν τον σκοπό και η αποφασιστικότητα να τον φέρεις σε πέρας.

Στην προκειμένη περίπτωση, αυτός που επιδιώκει μια εκπαιδευτική μεταρρύθμιση θα πρέπει να είναι πεπεισμένος για την αναγκαιότητα των αλλαγών και να επιμείνει με κάθε κόστος στην εφαρμογή τους. Δεν θα πρέπει να υπολογίζει τις αντιδράσεις μεμονωμένων ομάδων και να φροντίζει και για τα πριν αλλά κυρίως για τα μετά την θεσμοθέτηση των όποιων μέτρων. Η επιτυχία άλλωστε των μεταρρυθμιστικών προτάσεων κρίνεται εκ των αποτελεσμάτων στο επίπεδο της εφαρμογής και όχι θεωρητικά. Κατά καιρούς θεσπίστηκαν πολλοί σωστοί και προοδευτικοί νόμοι για την εκπαίδευση, στην πορεία όμως είτε κατέστησαν σταδιακά ανενεργοί είτε δεν εφαρμόστηκαν ποτέ, γιατί δεν υπήρχε η αναγκαία επίβλεψη για την εφαρμογή τους και η αξιολόγηση των αποτελεσμάτων.

Από την άλλη πλευρά, η ίδια η κοινωνία (σε γενικές γραμμές) δεν έχει την αναγκαία δεκτικότητα στις αλλαγές, αφού πολλές φορές παραμένει προσκολλημένη σε θεσμούς ή νοοτροπίες παλιές, αρνούμενη να υιοθετήσει πραγματικά ουσιαστικές αλλαγές που θα έφερναν την άνοιξη, όχι μόνο στον χώρο της παιδείας αλλά και της πολιτικής και κοινωνικής ζωής. Εδώ ασφαλώς έχουμε να κάνουμε με ένα γενικότερο εγγενές πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας, που σχετίζεται με την αντίληψη που έχει ο μέσος 'Ελληνας για κάθε κρατική δομή. Κάθε τι που δεν του ανήκει και δεν έχει ένα άμεσο συμφέρον δεν τον ενδιαφέρει, γι’ αυτό και καθημερινά το περιφρονεί, το απαξιώνει και εν τέλει το καθιστά ανενεργό. Αυτή η έλλειψη συλλογικής νοοτροπίας δεν επιτρέπει να υπάρχουν υγιείς θεσμοί, αφού πολλές φορές οι δημόσιες υπηρεσίες καθίστανται το προσωπικό "τσιφλίκι" των υπάλληλων, το οποίο το χρησιμοποιούν κατά το δοκούν για προσωπικό όφελος. Γι' αυτό και το κράτος είναι ανυπόληπτο και αναξιόπιστο στη συνείδηση του μέσου πολίτη, ο οποίος είναι καχύποπτος με κάθε τι που εκπορεύεται από αυτό. Είναι "φυσικό" λοιπόν όσοι τρέφονται και απομυζούν την κρατική αγελάδα, και είναι πολλοί αυτοί, να εναντιώνονται π.χ. στα ιδιωτικά πανεπιστήμια, που θα λειτουργήσουν ανταγωνιστικά προς τα τελματωμένα και χαμηλής ποιότητας δημόσια πανεπιστήμια ή να αρνούνται τον έλεγχο και την αξιολόγηση, διότι φοβούνται ότι θα αποκαλυφθεί η αμαρτωλή πολιτεία τους.

Ως πότε όμως η κοινωνία θα ανέχεται και θα πληρώνει ένα σύστημα που σκοτώνει ψυχικά και πνευματικά τα παιδιά της; Ως πότε θα ανέχεται και θα συντηρεί τις βδέλες που πίνουν το αίμα της και κρατάει μακριά την μάζα του ελληνικού λαού από την πραγματική πρόοδο, ενώ οδηγεί τους νέους ανθρώπους στην ημιμάθεια, την μιζέρια και την ανεργία;

Οι καιροί ου μενετοί. Είναι καιρός νομίζω όλοι να συμβάλουμε ώστε να γίνουν οι ενδεικνυόμενες αλλαγές. Ας μην είναι οι μεγάλες αλλαγές, αν δεν τις αντέχουμε ακόμη. Οι μεγάλες ρήξεις χρειάζονται και μεγάλους ανθρώπους, που -δυστυχώς- μάλλον δεν διαθέτουμε σήμερα, τουλάχιστον στον χώρο της πολιτικής. Ας είναι όμως οι αλλαγές μικρές και προς τη σωστή κατεύθυνση, ώστε να αρχίσει κάτι να κινείται. Ας φύγουμε από τα λόγια και ας περάσουμε στα έργα, κτίζοντας σιγά σιγά κάτι νέο πιο στέρεο που θα μας επιτρέψει να δούμε μετά νέες πλευρές των πραγμάτων. Ας δώσουμε επιτέλους τα χέρια και ας συμφωνήσουμε μια φορά. Το κέρδος πιστεύω θα είναι πολλαπλάσιο από το αν μια κυβέρνηση έφερνε τις καλύτερες και πιο προοδευτικές προτάσεις στην εκπαίδευση, χωρίς όμως να έχει την απαραίτητη κοινωνική συναίνεση και το πολιτικό σθένος να τις εφαρμόσει.