Οι μαθητές με τα μάτια ενός εκπαιδευτικού PDF Εκτύπωση E-mail
Προβληματισμοί - Εκπαίδευση
Τετάρτη, 10 Ιανουάριος 2007 18:59
Η βασική ελπίδα ενός έθνους στηρίζεται στη σωστή εκπαίδευση της νεολαίας του. Έρασμος

Κάθε φορά που μπαίνω σε μια καινούρια τάξη εμφανίζεται μπροστά μου πάντοτε η ίδια εικόνα. Έρχομαι αντιμέτωπος με το εξεταστικό βλέμμα, την αμήχανη σιωπή, την προσδοκία αλλά και την επιφυλακτικότητα. Δύσκολος, ομολογουμένως, ο ρόλος του καθηγητή που καλείται όχι απλώς να μεταδώσει κάποιες γνώσεις στους μαθητές του αλλά και να τους πείσει ότι είναι σε θέση να ανταπεξέλθει στον παιδαγωγικό του ρόλο. Κάθε λέξη του, κάθε κίνησή του, το ντύσιμό σου, το στυλ του, όλη εν γένει η συμπεριφορά του θα περάσουν από την αυστηρή κρησάρα της μαθητικής κριτικής.

Πώς όμως οι μαθητές θέλουν τον καθηγητή τους και κατ’ επέκταση το σχολείο;

Ανταποκρίνεται συνήθως το πρότυπο που έχουν στο μυαλό τους με αυτό που αντιμετωπίζουν στα σχολεία;

Ο εκπαιδευτικός είτε το θέλει είτε όχι αποτελεί ένα πρότυπο -καλό ή κακό- για τον μαθητή του. Κάθε τι που κάνει, που λέει, αφήνει στην ψυχή του μαθητή ένα στίγμα θετικό ή αρνητικό, το οποίο μπορεί να δομήσει σχέσεις εμπιστοσύνης, αγάπης και αμοιβαιότητας ή σχέσεις αδιαφορίας, μίσους και έχθρας.

Οι μαθητές έχουν πάντοτε στο μυαλό τους τον ιδανικό τύπο του εκπαιδευτικού γι΄ αυτό και έχουν μεγάλες απαιτήσεις απ’ αυτόν. «Απαιτούν» από τους καθηγητές τους να γνωρίζουν το αντικείμενό τους και να ξέρουν να το μεταδίδουν στην τάξη. Θέλουν να χαίρονται την εκπαιδευτική διαδικασία, μέσα σε ένα περιβάλλον ελευθερίας αλλά και τάξης, όπου υπάρχουν κανόνες που τηρούνται όχι μόνο από τους μαθητές αλλά και τους καθηγητές.

Θέλουν τους δασκάλους τους συμμέτοχους σ’ αυτό που κάνουν, γι’ αυτό χαίρονται όταν τους βλέπουν μαζί στις εκδρομές ή στις διάφορες εκδηλώσεις τους και αισθάνονται ασφάλεια και αυτοπεποίθηση όταν τους βρίσκουν συμπαραστάτες και βοηθούς σε κάποιο πρόβλημά τους.

Όσο εύκολα θαυμάζουν και «δοξάζουν» έναν καθηγητή άλλο τόσο εύκολα τον καθυβρίζουν και του κάνουν τη ζωή δύσκολη, όταν τους δοθεί η ευκαιρία για κάτι τέτοιο. Δεν είναι λίγες οι φορές που μαθητές, είτε λόγω προσωπικών προβλημάτων είτε λόγω της αδυναμίας του καθηγητή ή του σχολείου, έφτασαν στο σημείο ακόμη και να χειροδικήσουν κατά καθηγητών ή μαθητών ή και να αναστατώσουν ολόκληρο το σχολείο.

Οι μαθητές ερχόμενοι στο σχολείο κουβαλούν μαζί τους έναν δικό τους κόσμο προσδοκιών, οραμάτων αλλά και προβλημάτων, τον οποίο καλείται το σχολείο και ο εκπαιδευτικός να διαχειρισθεί. Οι εκπαιδευτικοί, εκόντες άκοντες είναι «υποχρεωμένοι» να λειτουργήσουν όχι μόνο ως δάσκαλοι, αλλά και ως γονείς και ως ψυχολόγοι. Τα προβλήματα της εφηβικής ηλικίας είναι δυστυχώς και πολλά και σύνθετα, λόγω κυρίως της απουσίας γονεϊκής και οικογενειακής μέριμνας ή χειρότερα λόγω της υπερβολικής χειραγώγησης των παιδιών από τους γονείς. Έτσι, το αν θα μπορέσει ο μαθητής να αποκτήσει εμπιστοσύνη στον εαυτό του και να δομήσει μια προσωπικότητα ελεύθερη και ανεξάρτητη, έτοιμη για τον αυριανό κοινωνικό στίβο, εξαρτάται εν πολλοίς από τη σχολική του ζωή.

Ένα μεγάλο πρόβλημα στο σημερινό ελληνικό σχολείο είναι η αδυναμία κατανόησης της νοοτροπίας και των προβλημάτων των εφήβων από τους εκπαιδευτικούς. Ένα πρόβλημα, βέβαια, που πάντοτε υπήρχε στις σχέσεις νέων - ενηλίκων αλλά που σήμερα πήρε μεγάλες διαστάσεις, δεδομένου ότι οι αξίες και τα κοινωνικά δεδομένα έχουν τροποποιηθεί σε μεγάλο βαθμό.

Παλαιότερα η κοινωνία, με τις όποιες προκαταλήψεις και τα στερεότυπά της, τις αρχές και τις αξίες της δημιουργούσε ένα «ασφαλές» πλαίσιο μέσα στο οποίο το σχολείο αλλά και οι έφηβοι κινούνταν. Οι νέοι αγωνίζονταν για μια πιο ελεύθερη κοινωνία, για περισσότερα δικαιώματα, για ίσες ευκαιρίες στη ζωή. Μπορούσαν πιο εύκολα να διακρίνουν ένα σαθρό κατεστημένο και να αγωνιστούν για την ανατροπή του. Στην εποχή μας, τα πλαίσια αρχών έπαψαν να υφίστανται στην πράξη, αφού οι σημερινές γενιές των γονέων, καταπιεσμένες ίσως στα μικρά τους χρόνια και στερημένες από βασικά αγαθά, θέλησαν να δώσουν ελευθερίες και οικονομική άνεση στα παιδιά τους, χωρίς ταυτόχρονα να είναι σε θέση να τα καθοδηγήσουν σωστά ώστε να αξιοποιήσουν κατάλληλα τις προσφορές αυτές. Έτσι, αν και οι έφηβοι φαίνεται να είναι πιο ελεύθεροι να επιλέξουν το επάγγελμά τους, τον/την σύντροφό τους, τον δρόμο της ζωής τους, στην πραγματικότητα οδηγήθηκαν σε τραγικά αδιέξοδα. Τα ναρκωτικά, η ολοένα αυξανόμενη μαθητική βία, η χαμηλή σχολική επίδοση και ο μηδενισμός των πάντων αποτελούν τους αδιάψευστους μάρτυρες αυτών των αδιεξόδων.

Εύκολα ,ίσως, θα μπορούσε κάποιος να προβεί σε αφορισμούς της σημερινής νεολαίας και να της ρίξει το ανάθεμα. Θα ήταν όμως μεγάλο το λάθος γιατί το πρόβλημα έγκειται στην κατεύθυνση που έχει πάρει η σημερινή νεολαία, που σε μεγάλο βαθμό οφείλεται στα λάθη των ενηλίκων.

Ο προσανατολισμός που σήμερα η κοινωνία και το σχολείο δίνει στον έφηβο στηρίζεται στην ανταγωνιστική λογική της αγοράς. Τα πάντα πωλούνται και αγοράζονται γι’ αυτό και ο έφηβος πρέπει να εξοικειωθεί με τους κανόνες του παιχνιδιού ώστε μετά, όταν βγει στην κοινωνία, να μπορεί να αντεπεξέλθει σ’ αυτόν τον στίβο.

Οι ενήλικες υποτίθεται πως γνωρίζουν ποιο είναι το καλύτερο για το παιδί τους και, εγκλωβισμένοι στη λογική της επαγγελματικής αποκατάστασης, κοιτούν μόνο τι είναι αυτό που θα εξασφαλίσει στο παιδί τους μια σίγουρη καριέρα. Έτσι, το σχολείο δεν παράγει παιδεία ούτε και ουσιαστική εκπαίδευση. Τα προγράμματα σπουδών με τα επί μέρους διδακτικά αντικείμενα αποσκοπούν όχι στην καλλιέργεια και ανάδειξη της προσωπικότητας του μαθητή, αλλά πώς θα του δώσουν περισσότερες γνώσεις, που στο τέλος αποδεικνύονται άχρηστες για την μετέπειτα ζωή του. Η μάθηση δεν είναι μια διαδικασία αυτόνομη, όπου διδάσκοντες και διδασκόμενοι κοπιάζουν αλλά συγχρόνως χαίρονται μ΄ αυτό που κάνουν.

Όλα αυτά σε συνδυασμό με την έλλειψη εκπαιδευτικών που θα μπορούν να εμπνεύσουν την αγάπη για τη γνώση και την έρευνα, δημιουργούν την αίσθηση και την εντύπωση στους μαθητές ότι το σχολείο δεν είναι ένας χώρος όπου μπορούν να δημιουργήσουν, να εκφραστούν και να επικοινωνήσουν. Γι’ αυτό με μεγάλη ευκολία καταστρέφουν ή ρυπαίνουν το σχολείο, καίνε τα βιβλία τους ή καταλαμβάνουν τους σχολικούς χώρους. Άλλοι μαθητές εγκαταλείπουν το σχολείο ή στην καλύτερη περίπτωση ασχολούνται με τα μαθήματά τους τόσο όσο να ικανοποιούν τις απαιτήσεις των γονέων τους. Τις περισσότερες φορές μάλιστα η αγωνία των μαθητών για τον βαθμό στο τέλος του τετραμήνου ή στις τελικές εξετάσεις οφείλεται όχι τόσο στην επιθυμία τους για διάκριση όσο στον φόβο ότι θα αντιμετωπίσουν την οργή των γονέων τους.

Ένα άλλο σημαντικό πρόβλημα των μαθητών είναι η απουσία ελεύθερου χρόνου. Αν κοιτάξει κανείς το ημερήσιο πρόγραμμα ενός μαθητή Λυκείου θα διαπιστώσει πως απουσιάζει ουσιαστικά ο ελεύθερος χρόνος. Οι σημερινοί μαθητές ξοδεύουν πολλές ώρες σε φροντιστήρια για να καλύψουν τα κενά τους στο γνωστικό επίπεδο ή για να αποκτήσουν διάφορους άλλους τίτλους σπουδών.

Έτσι δημιουργήθηκε μια βιομηχανία φροντιστηρίων με τεράστιους τζίρους κάθε χρόνο που με σημαία την επαγγελματική αποκατάσταση κερδοσκοπεί και ασελγεί στην ψυχή των παιδιών, τα οποία είτε λόγω της ανασφάλειας των γονιών τους είτε λόγω της δικής τους φιλοδοξίας να επιτύχουν στις πανεπιστημιακές σχολές έχουν παγιδευτεί σε έναν αγώνα δρόμου, φορτωμένα με άγχος και χωρίς ουσιαστικά να ζουν την ηλικία τους.

Μια έρευνα που έκανα πρόσφατα με μαθητές της 1ης Λυκείου στο πλαίσιο του μαθήματος της ψυχολογίας παρουσίασε ενδιαφέροντα αποτελέσματα που επιβεβαιώνουν τα παραπάνω. Η έρευνα αφορούσε τις αντιλήψεις, τις επιδιώξεις και τα προβλήματα των σημερινών νέων. Στο ερώτημα, «τι σου λείπει περισσότερο;» το συντριπτικό ποσοστό των ερωτηθέντων απάντησε ο ελεύθερος χρόνος και σ΄ ένα δεύτερο ερώτημα «τι θα διάλεγες περισσότερο ανάμεσα σε», το συντριπτικό ποσοστό απάντησε: ψυχική ηρεμία.

Απουσιάζουν δηλαδή από τη ζωή των παιδιών τα δύο σημαντικότερα κατά την άποψή μου στοιχεία για τη δόμηση ενός υγιούς συναισθηματικού κόσμου, που είναι και η βάση για μια ισορροπημένη προσωπική, οικογενειακή και κοινωνική ζωή. Στον ελεύθερο χρόνο το παιδί, ο έφηβος κάνει πράγματα που τον ευχαριστούν? παίζει, επιδίδεται σε κάθε είδους χόμπι, ερωτεύεται και εκτονώνει ένα μεγάλο μέρος του συναισθηματικού του δυναμικού. Έτσι εξισορροπεί την διανοητική κόπωση με την ψυχική ευχαρίστηση και αισθάνεται ικανοποιημένος και ευτυχής.

Στο επίπεδο της σχολικής ζωής οι μαθητές σε μεγάλο ποσοστό δεν αισθάνονται ευχαριστημένοι με αυτό που βιώνουν, όχι μόνο γιατί τα προγράμματα σπουδών πολλές φορές είναι υπερβολικά στρεσογόνα και απαιτητικά, αλλά γιατί αισθάνονται ότι το σχολείο αντιπροσωπεύει έναν άλλο κόσμο απ’ αυτόν που οραματίζονται. Το σχολείο δεν είναι ένας χώρος όπου τους σέβονται, τους φροντίζουν, όπου νιώθουν δεμένοι με τους συμμαθητές τους και τους καθηγητές τους. Μέσα στον χώρο του σχολείου, δεν αισθάνονται τη χαρά της δημιουργίας και της επικοινωνίας, γιατί όλα και όλοι βασίζονται στη λογική της επίδοσης και της επιτυχίας. Ο μαθητής δεν αντιμετωπίζεται ως μια ξεχωριστή προσωπικότητα, με ιδιαιτερότητες και δεξιότητες που θα πρέπει το σχολείο να τις αναδείξει. Κανείς ποτέ δεν τον ρωτάει αν επιθυμεί το τάδε ή το δείνα μάθημα ή αν κατανόησε σε βάθος την τάδε ή τη δείνα γνώση.

Εκτός των άλλων, απουσιάζουν τα μαθήματα που θα μπορούσαν να βοηθήσουν τον μαθητή να μάθει τον εαυτό του, τις ικανότητες και τις αδυναμίες του και θα του επιτρέψει να γνωρίσει και να διαχειρισθεί τα συναισθήματά του, που ειδικά στην ηλικία της εφηβείας είναι και πολλά και έντονα. Έχει δε αποδειχθεί ότι τα περισσότερα προβλήματα που παρουσιάζονται στη σχολική ζωή (βία, ναρκωτικά, τοκετοί) μπορούν να εξαφανισθούν με κατάλληλη συναισθηματική εκπαίδευση.

Η Κάρεν Στόουν, διευθύντρια στο Εκπαιδευτικό Κέντρο Νουέβα στις ΗΠΑ, που ενέταξε στα προγράμματα σπουδών το Πρόγραμμα της Επιστήμης του Εαυτού μας, με σκοπό να βοηθήσει τους μαθητές να γνωρίσουν τον εαυτό τους, σημειώνει σχετικά: «Η μάθηση δεν λαμβάνει χώρα ανεξάρτητα από τα συναισθήματα του παιδιού. Η συναισθηματική αγωγή είναι εξίσου σημαντική με την μάθηση ενός κανόνα στα μαθηματικά ή την ανάγνωση».

Η συναισθηματική εκπαίδευση στο σχολείο καθίσταται περισσότερο αναγκαία, ειδικά τη σημερινή εποχή που η οικογένεια περνάει σοβαρή κρίση και οι ασφάλειες που στο παρελθόν εξασφάλιζε στα μέλη της έπαψαν να υφίστανται. Το πρώτο που μπορεί κανείς να διαπιστώσει ερχόμενος σε στενότερη επαφή με τους μαθητές είναι ότι οι γονείς ευθύνονται σε μεγάλο βαθμό για τα προβλήματα των παιδιών τους. Τα προσωπικά ή οικογενειακά προβλήματα των ενηλίκων, η έλλειψη ψυχικής επαφής με τα παιδιά τους, η αδιαφορία για τις ανάγκες και τις αγωνίες τους, δημιουργεί στους εφήβους ένα μεγάλο αίσθημα ανασφάλειας και φόβου το οποίο τους εξαναγκάζει σε ποικίλες αντιδράσεις μέσα και έξω από το σχολείο, που είτε τα οδηγούν στην παραβατικότητα είτε να κλειστούν στον εαυτό τους.

Πριν μερικούς μήνες έγινα μάρτυρας μιας δραματικής ιστορίας μιας μαθήτριας από χωρισμένους γονείς η οποία με λυγμούς περιέγραφε την μοναξιά την οποία βιώνει στο σπίτι της, αφού σχεδόν από το πρωί μέχρι το βράδυ είναι μόνη της, γιατί η μητέρα της αναγκάζεται να δουλεύει και δεν έχει τη δυνατότητα να έρχεται σε επαφή μαζί της, ενώ ο πατέρας της, που εν τω μεταξύ ξαναπαντρεύτηκε, ελάχιστα την βλέπει και αυτό πάντοτε για να της δώσει λεφτά.

Όλα αυτά τα ψυχολογικά και άλλα προβλήματα των μαθητών, η σημερινή κοινωνία αλλά και το σχολείο αδυνατεί να τα αντιμετωπίσει με το υπάρχον εκπαιδευτικό σύστημα. Η παραδοσιακή εγκύκλια παιδεία που παρέχει το σχολείο είναι απαραίτητη, αλλά θα πρέπει να συνδυαστεί και με μαθήματα που προάγουν και καλλιεργούν τον ψυχικό κόσμο του παιδιού.

Γι’ αυτό όμως χρειάζεται πρωτίστως να εκπαιδευθούν οι ίδιοι οι δάσκαλοι και οι καθηγητές να διαχειρίζονται ορθά τις συμπεριφορές των μαθητών και όχι να τις ποινικοποιούν. Η εμπειρία στο σχολείο έχει δείξει, μερικές φορές και με τραγικό τρόπο, ότι το σχολείο - τιμωρός δεν ωφέλησε τους μαθητές, αλλά αντίθετα δημιούργησε περισσότερα προβλήματα.

Ο D. Goleman και πολλοί άλλοι σύγχρονοι ψυχολόγοι θεωρούν ότι η συναισθηματική αγωγή είναι εξίσου σημαντική, αν όχι σημαντικότερη, από την διανοητική αγωγή γιατί ακριβώς βοηθάει τον άνθρωπο να γνωρίσει τον εαυτό του και να γίνει πιο υπεύθυνος πολίτης. Άλλωστε το μείζον πρόβλημα στις σημερινές δυτικές κοινωνίες δεν είναι η απουσία ευφυών και ικανών ανθρώπων, αλλά ανθρώπων που να μπορούν να διαχειρίζονται τη γνώση, τη δύναμη και την εξουσία με ήθος. Ένα ήθος που δεν προκύπτει από τη διόγκωση του ανθρώπινου εγκεφάλου με γνώσεις, αλλά που συνδυάζει την ψυχική με τη διανοητική καλλιέργεια, τον νου με την καρδιά.

Αν θέλουμε λοιπόν μια άλλου είδους εκπαίδευση, πρέπει πρώτα να συνειδητοποιήσουμε την εσφαλμένη κατεύθυνσή της και να την αλλάξουμε. Τότε πραγματικά θα αναδυθεί ένα νέο παιδαγωγικό ιδεώδες που θα λαμβάνει υπόψη του τις πραγματικές ανάγκες του ανθρώπου και θα βασίζεται σε διαχρονικές αξίες.

Ημερομηνία καταχώρησης: 10.1.2007