Ανάπτυξε την καρδιά σου για να μπορεί να εξασφαλίζει υλικό για την διάνοια PDF Εκτύπωση E-mail
Πνευματικότητα - Πνευματικότητα
Δευτέρα, 13 Οκτώβριος 2008 22:08

 Του Γιώργου Τσαντάκη

 «Γεννήθηκα σε μια εποχή κατά την οποία οι περισσότεροι νέοι είχαν χάσει την πίστη τους στον Θεό, για τους ίδιους λόγους που οι μεγαλύτεροί τους την είχαν-χωρίς να ξέρουν το γιατί»,

 Φερνάντο Πεσσόα, Το Βιβλίο της Ανησυχίας*   

 

Σε έναν κόσμο εκ φύσεως διπολικό τίποτε δεν μπορεί να διαφύγει από την ισχύ αυτής της κυριαρχίας. Στην διπολικότητα που δεσπόζει στα αισθητά, υλικά, συναισθηματικά και διανοητικά πράγματα αυτού του κόσμου, ο άνθρωπος είναι δύσκολο να προσαρμοστεί καθώς η συνηθισμένη λειτουργία των νοητικών του ικανοτήτων δεν του επιτρέπει την ταυτόχρονη σύλληψη και των δυο πόλων μιας διπολικότητας.
Ζει αναγκαστικά σε μια φυλακή που τον υποχρεώνει να βλέπει την μια πλευρά της διπολικότητας ξεχωριστή από την άλλη κατά έναν τέτοιο τρόπο όμως που να δημιουργούνται συνεχώς ψευδαισθήσεις ακόμη και περί αυτής της ίδιας της φύσης και της ύπαρξής του. Ο νους φαίνεται να κατέχει τον κυρίαρχο ρόλο στην επεξεργασία των πληροφοριών του εξωτερικού αλλά και του εσωτερικού περιβάλλοντος σε μια μονομερή αντίληψη των πραγμάτων, καθώς σε μια διπολική ύπαρξη ο νους φυσιολογικά κατέχει τον έναν πόλο μιας διπολικότητας, που τον άλλο πόλο  κατέχει η καρδιά.  Πολύ δε περισσότερο δημιουργείται ένα πρόβλημα στην περίπτωση που ο άνθρωπος καλείται να κατανοήσει συστήματα ακόμη περισσότερο πολύπλοκα, όπως είναι το τριαδικό, και το οποίο ως επί το πλείστον απευθύνεται σε καταστάσεις ανώτερες από εκείνες που επικρατούν στο επίπεδο ζωής του ανθρώπου.

Ωστόσο τέτοιες καταστάσεις, όπως η τριαδική, μπορούν συχνά να αποτελέσουν την οδό διαφυγής και σωτηρίας από τα διπολικά συστήματα. Σαν συνέπεια όλων αυτών θα μπορούσε κάποιος να υποθέσει πως ακόμη και η αντίληψη και η περί Θεού κατανόηση, η οποία έχει περάσει και περνά πολλές δοκιμασίες, στηρίζεται στο σύστημα λειτουργίας του ανθρώπινου όντος, όπου σε μια διπολική λειτουργία είναι αδύνατον να συλληφθούν καταστάσεις πέραν της διπολικότητας. Μέσα στην βασική αρχή της διπολικότητας μπορεί να συμπεριληφθεί ο νόμος των αντιθέτων και των εναντίων, η συνολική θεώρηση των οποίων παραπέμπει στο τετραδικό.

Αλλά, για να επανέλθουμε στο θέμα μας, μέσα σε αυτή την διπολικότητα βρίσκεται και ο άνθρωπος στον οποίο ο νους φαίνεται να κατέχει την κυρίαρχη θέση απέναντι στον άλλο πόλο της διπολικότητας, στην οποία ανήκει, και ο οποίος είναι η καρδιά.  Ο εγκέφαλος με βασική του έκφραση τον νου βρίσκεται απέναντι από την καρδιά, σε μια διπολικότητα που φαίνεται ότι επιχειρεί να ισορροπήσει την λειτουργία και την έκφραση του ανθρώπινου όντος. Το αποτέλεσμα ωστόσο δεν είναι το αναμενόμενο και γι’ αυτό η μελέτη του κόσμου των συναισθημάτων έχει αποτελέσει το κύριο ενδιαφέρον πολλών ερευνητών τα τελευταία χρόνια, έχοντας δώσει και την επιστήμη της ψυχολογίας που σαν αντικείμενό της θα έπρεπε  να έχει την παραγωγή και λειτουργία των ανθρώπινων συναισθημάτων. Η σχέση ανάμεσα στην νόηση και το συναίσθημα, στον νου και την καρδιά, έχει απασχολήσει με πολλούς διαφορετικούς τρόπους τον άνθρωπο. Η σχέση ανάμεσα στο σκέπτεσθαι και στο αισθάνεσθαι έχει χαρακτηριστεί πολλές φορές και κάτω από διάφορες θεωρήσεις, φιλοσοφικές, εσωτερικές, μυστικιστικές κλπ με διαφορετικούς τρόπους.

Μια από τις συνηθισμένες αντιλήψεις και στα πλαίσια της ψυχολογίας, σχετικά με τα συναισθήματα, είναι ότι αυτά παρεμβάλλονται στη σκέψη και μερικές φορές δρουν ανταγωνιστικά προς την νοητική λειτουργία. Αντίθετα, τα σύγχρονα δεδομένα της ψυχολογίας και της νευροεπιστήμης υποστηρίζουν ότι είναι αδύνατο να κατανοήσουμε πώς σκεπτόμαστε αν δεν κατανοήσουμε πώς αισθανόμαστε. Έτσι διαμορφώνεται μια αντίληψη που εξετάζει τις σχέσεις ανάμεσα σε αυτό που σκεφτόμαστε και σε αυτό που αισθανόμαστε, από μια διαφορετική οπτική.

Πριν από αρκετά χρόνια πάνω στο ίδιο θέμα ο Sedir ανέφερε ότι: «Οι ψυχολόγοι συμπεραίνουν, ανανεώνοντας τις δοξασίες των αρχαίων εσωτερισμών, των θρησκειών και των μυστικισμών, ότι ο κινητήρας του ανθρώπου είναι η επιθυμία. Στην πραγματικότητα, η λογική δεν εργάζεται παρά μόνο πάνω στα στοιχεία που της προσφέρει η καρδιά× στην συνέχεια, η μυστική πρόθεση που με καθορίζει, βάφει με το χρώμα της τις ενέργειες της πράξης μου. Η δύναμη που διασπαθίζει ένας οκνηρός καθώς χτυπάει με το μπαστούνι του τα χορτάρια, είναι ίδια σε ποσότητα μ’ αυτήν που θα ξοδέψει ένας γιατρός για να συλλέξει θεραπευτικά βότανα» η ποιότητα των δυο πράξεων διαφέρει, δίνοντας την σχέση ανάμεσα στην καρδιά και την λογική.

Αναφέρεται, επίσης, για το ίδιο θέμα στο λεξικό Σουίδα: «Πυθαγόρας την του ανθρώπου ψυχήν διηρήσθαι έφη εις γ΄: νουν, φρένας και θυμόν. Νουν μεν και θυμόν είναι και εν τοις άλλοις ζώοις, φρένας δε μόνον εν ανθρώπω. Είναι δε την αρχήν της ψυχής από καρδίας μέχρι εγκεφάλου. και το μεν εν καρδία μέρος αυτής υπάρχειν θυμόν, φρένας δε και νουν τα εν τω εγκεφάλω.

Έστι γαρ ο νους οίον έξις της ψυχής τελειοτάτη. Και γίνεται τοίνυν ο μεν νους περί τα νοητά, η δε διάνοια περί τα διανοητά, η δε δόξα περί τα δοξαστά. Τούτων δε των δυνάμεων πρώτην μεν έχει τάξιν ο νους, μέσην δε η διάνοια, εσχάτην δε η δόξα. Η δε διάνοια προσωκείωται τη ημετέρα ψυχή, επειδή και αυτήν την μέσην εν τω παντί τάξιν έχει, και δια της διανοίας ανάγεται η ημετέρα ψυχή επί την των νοητών θεωρίαν, ήτις έστι τελειότης της ψυχής».

 (Μετ: Η ψυχή του ανθρώπου διαιρείται, είπε, σε τρία: νου, φρένες και θυμό. Ο Νους και ο θυμός υπάρχει και στα άλλα ζώα, οι φρένες μόνο στον άνθρωπο. Η αρχή της ψυχής ξεκινάει από την καρδιά μέχρι τον εγκέφαλο και στο μέρος της καρδιάς υπάρχει ο θυμός, ενώ οι φρένες και ο νους στον εγκέφαλο.

Είναι ο νους όπως η τελειότατη έξις της ψυχής. Και ο νους λοιπόν αφορά τα νοητά, η διάνοια τα διανοητά, η δόξα τα δοξαστά (αυτά που μπορούν να γίνουν γνωστά με εικασίες, δοξασίες). Από αυτές τις δυνάμεις πρώτη τάξη έχει ο νους, μέση η διάνοια και τελευταία η δόξα. Η διάνοια είναι συνδεδεμένη με την ψυχή μας, επειδή και αυτή κατέχει στο παν τη μέση τάξη και μέσω της διάνοιας η ψυχή μας ανάγεται στη θεώρηση των νοητών, η οποία είναι τελειότητα της ψυχής.)

 Ενώ σχετικά με το διανοείσθαι σημειώνεται, στο ίδιο έργο: τούτο ενέργεια έστι και διέξοδος της ψυχής. Επίστασθαι μεν γαρ πολλά δυνατόν είναι, διανοείσθαι δε άμα πολλά αδύνατον. Λόγος γαρ τις η διάνοια, αυτής της ψυχής εφ’ εαυτής λεγούσης.

Αλλά και ακόμη στο ίδιο θέμα αναφέρει σχετικά με την δόξα: «το λογικό και  γνωστικό μέρος της ψυχής διαιρείται εις νουν, διάνοια, δόξα» και συνεχίζει «διανοίας  δε έστι το οίον οδόν τινα διανύειν μεταβαίνουσαν από προτάσεως εις συμπέρασμα, εξ ού και την κλήσιν είλκυσεν».

Σχετικά με τα αισθήματα έχει επίσης γραφεί ότι : «Ο ‘Κόσμος των Αισθημάτων’ είναι ένας κόσμος μιας άλλης… διάστασης. Κανείς δεν μπορεί να εισέλθει σ’ αυτόν μέσω και δια του εγκεφάλου του. Η είσοδος σ’ αυτό τον κόσμο, καθώς αποκλείει την εγκεφαλική δραστηριότητα, αποτελεί – ταυτόχρονα – μια ‘αξιοπρεπή’ υπενθύμιση για το – κατά πολλούς - … ‘τέλος’, σε όσους αδυνατούν να σκεφτούν την λειτουργική ‘παύση’ των οργανικών τους ιδιοτήτων».

Κατά μια άλλη θεώρηση όταν η καρδιά και ο νους ενώνονται, καθώς αποτελούν τα δυο άκρα της ψυχής κατά τον Πυθαγόρα, τότε, αντίθετα απ’ ό,τι θα μπορούσε κανείς να πιστεύει σχηματίζεται ένα τρίγωνο αντί για μια ευθεία, γιατί ποτέ όταν ενώνεται νους και η καρδιά δεν είναι μόνοι τους, εφόσον δεχόμαστε το «όπου δυο ή τρεις συνηγμένοι στο όνομά μου και εγώ μαζί τους» όπως λέει ο Ιησούς, δηλαδή όταν η καρδιά και ο νους ενώνονται δεν είναι πλέον δύο αλλά τρεις. Έτσι ξεκινώντας από το τρίγωνο αυτό ο άνθρωπος ξεκινά να κατακτήσει την δημιουργία και την δημιουργία του.

Πολύ συχνά γίνεται αναφορά για την πνευματική διάσταση του ανθρώπου και για την επαφή του με το πνεύμα, αλλά όπως όλοι γνωρίζουν πνεύμα είναι  ο Θεός και Πνέει όπου θέλει, όσον αφορά όμως τον άνθρωπο, ακριβώς, θα πρέπει να αξιοποιήσει και  να καλλιεργήσει αυτό που πραγματικά είναι προκειμένου να καταστεί ικανός να στραφεί προς τον Θεό και να επιδιώξει την συναναστροφή μαζί Του. Η ανάπτυξη της σχέσης ανάμεσα στον νου και την καρδιά είναι μια από τις προϋποθέσεις για να ανακαλύψει και να διαχειριστεί ο άνθρωπος αυτό που πραγματικά ο ίδιος είναι. Η σχέση λοιπόν αυτή αναφέρεται στο ανθρώπινο επίπεδο και στην προετοιμασία του για να επιχειρήσει την επαφή του με το Θείο.

Συχνά στην αναζήτηση των υψηλών πραγμάτων ο άνθρωπος λησμονεί αυτό που είναι, προσβλέποντας σε αυτό που επιθυμεί να γίνει, χωρίς να εξασφαλίζει τις αναγκαίες και απαραίτητες συνθήκες προς αυτό, ώστε η πραγματικότητα να υποβαθμίζεται μπροστά σε αυτό που η φαντασία επιδιώκει και δημιουργεί στο πεδίο του ψευδαισθητικού.

Οι γενικότητες περί αυτογνωσίας, ανακάλυψης του εαυτού, επικοινωνίας με τον εαυτό θα πρέπει να περάσουν σε συγκεκριμενοποιήσεις και βεβαιώσεις για την ορθότητα της κατεύθυνσής τους. Η βεβαίωση πάντοτε κρίνεται στο πεδίο της εφαρμογής και της αποτελεσματικότητας, μέσω των υπαρκτών πραγμάτων που προκύπτουν. Ένα από τα όργανα που έχουν κυρίαρχο ρόλο στην αυτογνωσία θεωρείται η διάνοια η οποία μπορεί να αναγνωρίζει, να κρίνει, να παίρνει πρωτοβουλίες και αποφάσεις για την πορεία του ανθρώπου.

Το επόμενο θέμα μετά την σχέση νους - καρδιά, είναι η σχέση διάνοια -  καρδιά. Αν η καρδιά είναι απαραίτητη για να εξασφαλίζει υλικό στη διάνοια, τότε η διάνοια πραγματικά, οι ανάγκες της διάνοιας, εξαρτώνται από το υλικό που η καρδιά μπορεί να διαθέσει. Έτσι η καρδιά μπορεί να γίνει η τροφός της διάνοιας. Η καρδιά ψάχνει, αναζητά και βρίσκει εκείνο που η διάνοια χρειάζεται για την εργασία της. Τότε αναπτύσσεται σε διαφορετικό ρυθμό η σχέση καρδιάς και διάνοιας. Συνεπώς η διάνοια εκτός των άλλων δεδομένων –αν υπάρχουν και άλλα- προσπορίζεται το υλικό που χρειάζεται από την καρδιά. Εδώ να σημειωθεί η έννοια του υλικού δηλαδή της πρώτης ύλης γενικότερα, πάνω στην οποία στηρίζεται κάθε δόμηση και κάθε συγκρότηση, ώστε από εκεί και πέρα να υπάρξει η ολοκλήρωση ενός έργου που έχει αναλάβει η διάνοια. Υλικό, δηλαδή, όπως η καρδιά δίνει στον εγκέφαλο το αίμα, το οξυγόνο και τα απαραίτητα θρεπτικά συστατικά, έτσι και η καρδιά μπορεί να δίνει όλο το αισθητικό- sens περιεχόμενο που είναι απαραίτητο να συντηρήσει το έργο του mens. Η απαρχή ωστόσο μπορεί να γίνει από την ανάπτυξη της καρδιάς ώστε να προχωρήσει στην τροφοδοσία και ανάπτυξη της διάνοιας.

Η προσπάθεια της ανάπτυξης της καρδιάς και η λειτουργία της έχει αποδοθεί, μεταξύ των άλλων και στον χώρο του Μυστικισμού, που θέλει να βιώσει τα μεγάλα μυστήρια του ανθρώπου και του σύμπαντος, και έτσι η καρδιά γίνεται βασικό όργανο που μπορεί να προσλάβει και να κατανοήσει τα μυστήρια, πέρα από τους περιορισμούς στους οποίους υπόκειται ο νους. Ωστόσο η έννοια του μυστήριου στην εποχή μας, έχει παρεκκλίνει από τις αρχικές τους αναφορές στην ανθρώπινη διανόηση. Ακόμη και τα Μεγάλα Μυστήρια της Ελευσίνας, τελικά, μοιράστηκαν το πεπρωμένο των άλλων μυστηρίων. Η αρχική τους ανωτερότητα, ο πρωταρχικός σκοπός τους, περιγράφονται από τον Κλήμη Αλεξανδρείας, ο οποίος μας δείχνει ότι τα Μεγάλα Μυστήρια μετέδιδαν τα μυστικά και τον τρόπο κατασκευής του  Σύμπαντός, που ήταν άλλωστε και η αρχή, το τέλος και ο έσχατος στόχος της ανθρώπινης γνώσης. Στον Μυημένο, των Μυστηρίων, δείχνονταν η φύση και όλα τα πράγματα όπως είναι. Στο ίδιο σημείο συγκλίνει και η Πυθαγόρεια Γνώση: « η γνώση των πραγμάτων όπως αυτά είναι».  Σχετικά με τα Μυστήρια και ο Πλάτωνας λέει στον Φαίδωνα: το αντικείμενο των Μυστηρίων ήταν η επανεγκαθίδρυση της πρωταρχικής αγνότητας της ψυχής, αυτής της κατάστασης τελειότητας που η ψυχή είχε χάσει. Μέσω της οδού της καρδιάς που τα Μυστήρια επιδιώκουν η Γνώση των Μεγάλων πραγμάτων του κόσμου γίνεται εφικτή για τον άνθρωπο ακόμη και όταν ο νους δεν καταφέρνει να αξιοποιήσει την ανθρώπινη γνώση σε όλο της το μέγεθος, και αυτό διότι τα Μυστήρια συνδυάζονται με την αγνότητα της ψυχής που έχει την θέση της προϋπόθεσης και οδηγεί στην Γνώση των πραγμάτων όπως αυτά είναι.

Κάθε φορά ωστόσο που ο άνθρωπος αναφέρεται στο σύμπαν ή σε κοσμικές τάξεις ανώτερες από την γήινη δεν μπορεί να αγνοηθεί η συμβολή του μύθου που έρχεται να γεφυρώσει το κενό του βιώματος του παρόντος από την απαρχή των πραγμάτων. Όλες οι μυθολογίες έχουν αναλάβει καθεμία με τον τρόπο της να διατηρήσει και να συντηρήσει ζωντανή την Θεογονική και Κοσμογονική διάσταση της ανθρώπινης αναζήτησης, μέχρι την στιγμή που η επιστήμη θα δώσει την επιβεβαίωση ώστε ο μύθος να αποκτήσει ξανά την διάσταση της Πραγματικότητας την οποία εκπροσωπούσε. Η παρουσία του μύθου, απαραίτητη για την διατήρηση της μνήμης, συχνά απευθύνεται στην καρδιά και στην πίστη παρά στην λογική αποδοχή. Αν δεν συντηρηθεί αυτή η μνήμη από την καρδιά δεν θα φτάσει η στιγμή που η διάνοια θα επιχειρήσει να την ανακαλέσει και να την επιβεβαιώσει. Κατά τον Σουίδα ο μύθος είναι λόγος ψευδής που εικονίζει την αλήθεια... διότι «βούλεται κρυπτόμενος να παροτρύνει και να διδάσκει». Σε όλες αυτές τις διαδικασίες της αποκωδικοποίησης και της αποκρυπτογράφησης των μύθων για την αποκατάσταση της αρχικής εικόνας και της τελικής γνώσης για το σύμπαν, τον κύριο ρόλο φαίνεται να τον κατέχει ο κυρίαρχος νους χωρίς να αφήνει περιθώρια συνεργασίας με άλλες πλευρές της ανθρώπινης ύπαρξης. Ενώ στην πραγματικότητα η καρδιά είναι εκείνη που μπορεί να κάνει την σύνθεση των πραγμάτων και την αποκατάσταση στην αρχική τους φύση.

Η ανάπτυξη της διάνοιας  με την στήριξη της καρδιάς, αλλά και η περαιτέρω καλλιέργεια αυτής της σχέσης δεν είναι ο αυτοσκοπός αλλά η επαναλειτουργία ενός ακόμη εργαλείου στην εργασία εξέλιξης του ανθρώπινου όντος ατομικά αλλά και της ανθρωπότητας συλλογικά.

Ο σκοπός της διανοητικής λειτουργίας, θα μπορούσε να προσδιοριστεί στη γνώση των μυστικών και της κατασκευής του σύμπαντος, αλλά τι περισσότερο από αυτό θα ήθελε κάποιος προκειμένου να καταξιώσει την αναζήτηση και την εργασία μιας ολόκληρης ζωής.

Μέσα σε ένα λειτουργικό σύστημα η γνώση και η κατανόηση των συστήματος δεν είναι τίποτε άλλο από την αυτοσυνείδηση του συστήματος, συνεπώς στην περίπτωση αυτή ο νους δεν εξυπηρετεί μια δική του επιδίωξη αλλά την αυτοσυνείδηση του συστήματος που  υπερβαίνει κατά πολύ τα ανθρώπινα δεδομένα. Για να διεκπεραιώσει αυτή την εργασία οφείλει να στηριχτεί στα δεδομένα και το υλικό που θα του προσφέρει η καρδιά.  

Η ανάγκη ωστόσο για κατανόηση των πραγμάτων, έρχεται να ξεπεράσει την οποιαδήποτε φιλοδοξία στα αποτελέσματα που μπορεί να αποδώσει. Έτσι, ενώ μέχρι σχεδόν το τέλος του προηγούμενου αιώνα ήταν βεβαιότητα όλων ότι ο νους λειτουργούσε καλύτερα όταν εργαζόταν ανεπηρέαστος απο τις συναισθηματικές διασπάσεις, μετά το 1990 τα δεδομένα φαίνεται πως άρχισαν να αλλάζουν, η συναισθηματική συμβολή φάνηκε να είναι απαραίτητη για την ορθή κρίση σε τέτοια σημείο ώστε κάποια στιγμή αναφέρθηκε πως η καθαρή λογική είναι παθολογία. Μετά από το συμπέρασμα αυτό άρχισε η καρδιά δειλά δειλά να αποκαθίσταται στην θέση μέσα σε εκείνο που αποκαλούμε έλλογο στοιχείο, χωρίς  να το συγχέουμε με την λογική. Πολλές εργασίες στον τομέα της έρευνας της διανοητικής λειτουργίας δείχνουν ότι η ψυχοπαθολογία πολλών ατόμων βρίσκεται στην αρχή ότι «δεν μπορούν να σκεφτούν ορθά, γιατί δεν αισθάνονται ορθά».Φαίνεται να αναδύεται διστακτικά μια νέα επιστήμη πλάι σε εκείνη του νου, η επιστήμη του συναισθήματος ή καλύτερα, ακόμη και πέρα από το συναίσθημα, μια συνθετική επιστήμη στηριγμένη στην σύνδραση και τη συλλειτουργία του νου με το συναίσθημα, δηλαδή την καρδιά.

Εάν μέχρι τώρα το ζητούμενο στην λεγόμενη ανθρώπινη πρόοδο ήταν η λειτουργία του νου τώρα με τα νέα δεδομένα τα πράγματα φαίνεται να αλλάζουν, καθώς στο παιχνίδι έχει μπει αποφασιστικά και η καρδιά και συνεπώς από εδώ και πέρα η πρόοδος του ανθρώπινου είδους βρίσκεται στην συνεργασία του νου με την καρδιά.

 «Το να βλέπουμε τα αισθήματά μας χωριστά από τις σκέψεις μας είναι πλήρως καταστροφικό» σημειώνει ένας από τους επιστήμονες που με την εργασία τους συνέβαλε στην ενοποίηση του νου με την καρδιά.

Στην βάση αυτή όλα τα πράγματα θα κυλούσαν κατά ένα ομαλό ρυθμό και με μια τάξη αν δεν εμφανιζόταν, τελικά, η ανακάλυψη ενός πραγματικού εγκέφαλου μέσα στην καρδιά. Έτσι, ενώ μέχρι τώρα η καρδιά βρισκόταν απέναντι σε έναν εγκέφαλο που ήθελε να κυβερνά και να διοικεί τα πάντα με τον τρόπο του, τώρα αποκαλύπτεται η ύπαρξη ενός πραγματικού ανατομικού και φυσιολογικού εγκέφαλου μέσα στην καρδιά, ώστε η καρδιά βρίσκεται σε μια συνθήκη ολοκλήρωσης απέναντι σε έναν, ακόμη ελλειμματικό εγκέφαλο, μέχρι την στιγμή που μια καρδιά θα ανακαλυφθεί μέσα στον εγκέφαλο.

Σχετικά με το ίδιο θέμα σημειώνει ο Τζον Ντεϊβιντσον στο βιβλίο του «Λεπτή Ενέργεια»: «Η συναισθηματική μας ζωή και τα συναισθήματά μας πρέπει να βρίσκονται σε υγιή ισορροπία, χρειαζόμαστε μια καρδιά η οποία να εξισορροπεί το κεφάλι μας. Και η διανοητική μας λογική πρέπει να αμβλύνεται, γνωρίζοντας τα όρια και την πραγματική λειτουργία της διανόησής μας».

Η έννοια της διάνοιας και της αίσθησης αναφέρονται στους δυο τρόπους έκφρασης του πνεύματος, καθεμιά από τις οποίες έχει τις δικές της εκφράσεις. Σαν εκφράσεις του νου έχουμε την νοημοσύνη, την έννοια, την νόηση, την γνωστικότητα, τον λόγο, την μίμηση, την πρόσληψη, την κατανόηση, και την γνώση. Ενώ στις εκφράσεις του αισθάνεσθαι έχουμε την αίσθηση, το συναίσθημα, το αίσθημα, την αισθητικότητα, την διαίσθηση, την συγκίνηση, την σύλληψη, την κατοχή και τον θυμό.

Έχοντας διανύσει μια μάλλον αδιέξοδη και τεράστια πορεία μέσα στην νοητική διπολική αντίληψη ο άνθρωπος, κατάκοπος από την πορεία και απογοητευμένος από τα αποτελέσματά της αναζητά την λύση σε έναν όλο και περισσότερο υποβαθμιζόμενο τρόπο ζωής μέσα στους νοητικούς λαβύρινθους που συνεχώς κατασκευάζει.

Ίσως έφτασε η ώρα να αφήσει την κυριαρχία σε έναν άλλο νου, εκείνον της καρδιάς, για να οδηγήσει την ανθρωπότητα στον προορισμό που τα τελευταία 2000 χρόνια αναζητά.

 

_______________________

*  Εκδόσεις Εξάντας, 2004.